Skip to content Skip to footer

Κωνσταντίνος Τσινάλης: η ορθοφωνία ως χαμένο μάθημα του ελληνικού σχολείου

Ο καθηγητής Φωνητικής και Ορθοφωνίας ανέλυσε γιατί η θέση της γλώσσας μέσα στο στόμα καθορίζει την ποιότητα του προφορικού λόγου, και υποστήριξε ότι η διδασκαλία της ορθοφωνίας πρέπει να ξεκινά από το νηπιαγωγείο.

Οι άνθρωποι δεν ανταποκρίνονται μόνο σε όσα λέγονται αλλά και στον τρόπο με τον οποίο ακούγεται η ομιλία. Με αυτή τη διαπίστωση άνοιξε την εισήγησή του ο Κωνσταντίνος Τσινάλης, εξηγώντας ότι η χροιά, η ροή και η συνολική αισθητική ποιότητα της φωνής δημιουργούν εντυπώσεις οι οποίες προηγούνται της κατανόησης του νοήματος. Αυτές οι εντυπώσεις καθορίζουν αν θα νιώσουμε συμπάθεια ή αντιπάθεια, εμπιστοσύνη ή δυσπιστία απέναντι στον ομιλητή. Η φωνή, σημείωσε ετυμολογώντας την ως φως του νου, δεν μεταφέρει απλώς λόγια αλλά αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο ο νους είναι παρών.

Από εκεί προέκυψε και ο κεντρικός του άξονας. Όπως ο γραπτός λόγος διαθέτει τη λόγια έκφρασή του, με την αρχαΐζουσα και την καθαρεύουσα παλαιότερα και τη δημοτική σήμερα, έτσι και ο προφορικός λόγος έχει τη δική του λόγια μορφή: τον εύηχο λόγο, εκείνον που κινεί το θυμικό του ακροατή και τον διαθέτει σε ακρόαση.

Πώς παράγεται ο λόγος

Ο Τσινάλης θύμισε τα βασικά. Η ελληνική διαθέτει είκοσι τέσσερα γράμματα, δεκαεπτά σύμφωνα και επτά φωνήεντα, με τη γραμματική να ονομάζει τα σύμφωνα άφωνα και τα έρρινα μ και ν ημίφωνα. Η σωστή ένωση συμφώνων και φωνηέντων παράγει τις συλλαβές και τις λέξεις.

Ο λόγος, εξήγησε, προκύπτει από τη συνεργασία της αναπνοής και της φώνησης. Το διάφραγμα ρυθμίζει τη ροή του αέρα, οι φωνητικές χορδές παράγουν τον ήχο, και η γλώσσα, σε συντονισμό με τα υπόλοιπα αρθρωτικά όργανα και υπό τον έλεγχο του νευρικού συστήματος, τον μετατρέπει σε λόγο σαφή και νοηματικό. Καθοριστικό όργανο, τόνισε, είναι η γλώσσα, γιατί αυτή μορφοποιεί τον φωνητικό ήχο και εξασφαλίζει την καθαρότητα.

Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της ακρίβειας που απαιτείται, χρησιμοποίησε μια παρομοίωση με την κιθάρα. Αν στο ίδιο τάστο κρούσει κανείς τη χορδή και ταυτόχρονα ανυψώσει ελαφρά το δάχτυλο, ο τόνος μεταβάλλεται λόγω της αλλαγής στην τάση. Κάτι ανάλογο συμβαίνει στη στοματική κοιλότητα: αν η ακίδα της γλώσσας δεν τοποθετηθεί με ακρίβεια στο ενδεδειγμένο σημείο, σύμφωνα και φωνήεντα ακούγονται μεν, αλλά δεν είναι εύηχα.

Το πρακτικό μέρος

Πριν περάσει στα παραδείγματα, ο ομιλητής φρόντισε να ξεκαθαρίσει τη στάση του απέναντι στις τοπικές διαλέκτους. Τις αγκαλιάζει, είπε, με σεβασμό και ευαισθησία, θεωρώντας ότι η ντοπιολαλιά αποκαλύπτει ζωντανά την πολιτισμική κληρονομιά κάθε τόπου. Η λόγια και εύηχη γλώσσα απλώς απαιτεί μια πιο τυπική, ουδέτερη έκφραση, κατάλληλη για ευρύτερη επικοινωνία.

Ακολούθησαν συγκεκριμένες περιπτώσεις. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, και χαρακτηριστικά στην Πελοπόννησο, το ν και το λ προφέρονται ουρανικοποιημένα, επειδή το επάνω μέρος της γλώσσας ακουμπά στο μέσον του ουρανίσκου. Η διόρθωση απαιτεί η ακίδα της γλώσσας να ακουμπήσει ακριβώς στην αρχή της σκληράς υπερώας.

Στο σίγμα, λανθασμένη τοποθέτηση παράγει είτε παχύ είτε υπερβολικά συριστικό ήχο, σχεδόν σφύριγμα. Η λύση είναι η μετατόπιση της ακίδας προς τα δόντια της κάτω γνάθου, περίπου στο ύψος των ούλων. Αντίστοιχη λεπτότητα απαιτούν το ξ και το ψ κατά την ένωσή τους με τις συλλαβές. Στο ρ, η ίδια αιτία, η ακίδα που δεν ακουμπά στην αρχή του ουρανίσκου, αλλοιώνει τον ήχο. Το φαινόμενο, κατέληξε, ισχύει για όλα τα σύμφωνα, χειλικά, οδοντικά, ουρανικά ή έρρινα.

Τα φωνήεντα ως αναπνοή του λόγου

Αν τα σύμφωνα διαμορφώνουν το σχήμα του ήχου, τα φωνήεντα είναι η αναπνοή του λόγου, γιατί μέσα από αυτά ο αέρας γίνεται εύηχη φωνή. Πρέπει να ακούγονται καθαρά και ασχημάτιστα, να σχηματίζονται στην κάτω γνάθο, και το άνοιγμα του στόματος να είναι το ενδεδειγμένο.

Ο Τσινάλης παρέθεσε συνήθεις αλλοιώσεις: το ε που προφέρεται σαν η, το ο που πλατιάζει, το άρθρο η που ακούγεται σαν ι, η οδός που γίνεται ιουδός, το εσύ που γίνεται ισί. Για τη διόρθωση του ε πρότεινε μια πρακτική άσκηση, τον σχηματισμό ενός ανεπαίσθητου χαμόγελου στα χείλη. Η βαθύτερη αιτία, εξήγησε, είναι μηχανική: τα σύμφωνα έλκουν τη γλώσσα προς την επάνω γνάθο, και ο ομιλητής οφείλει συνειδητά να χαμηλώνει την ακίδα ώστε ο αέρας να έρχεται μπροστά, στα χείλη.

Τόνος, αναπνοή και εσωτερικότητα

Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτέλεσε η επιλογή του τόνου. Κάθε άνθρωπος, είπε, έχει τη δική του φυσική τονική βάση, άλλοτε ψηλότερη και άλλοτε χαμηλότερη, και το ζητούμενο δεν είναι να την αλλάξει αλλά να την κατευθύνει μπροστά, στη στοματική κοιλότητα, αποφεύγοντας την τοποθέτηση του ήχου στο ύψος της μύτης. Ένας πολύ υψηλός τόνος μπορεί να ερμηνευτεί ως νευρικότητα ή επιθετικότητα ακόμη και όταν δεν υπάρχει, ενώ η ισορροπημένη χρήση διατηρεί αίσθηση ηρεμίας και εμπιστοσύνης. Αιτία των προβλημάτων, κατά τον ίδιο, είναι η άγνοια της διαφραγματικής αναπνοής, που λειτουργεί ως στήριγμα της φωνής. Όποιος ξέρει να αναπνέει, ξέρει και να μιλά και να τραγουδά.

Το τελευταίο και, όπως τόνισε, απαραίτητο στοιχείο είναι η εσωτερικότητα της φωνής. Αντί να την εξηγήσει θεωρητικά, την επέδειξε στο κοινό, εκφωνώντας την ίδια φράση δύο φορές, πρώτα με εξωτερικό και πιο τραχύ τρόπο και έπειτα με διαφραγματική αναπνοή. Η δεύτερη εκδοχή, σχολίασε, φέρει ανώτερη ποιότητα ήχου. Η τεχνική αυτή, σε συνδυασμό με καλή διάθεση, φέρνει τον ομιλητή πιο κοντά στον συνομιλητή του και χτίζει πραγματική εμπιστοσύνη.

Το αίτημα προς την εκπαίδευση

Κλείνοντας, ο Τσινάλης διατύπωσε τη βασική του πρόταση. Αν η εκπαίδευση αγκάλιαζε την ορθοφωνία από την τρυφερή ηλικία, με δασκάλους φωνητικής από το νηπιαγωγείο μέχρι το γυμνάσιο, η φωνή θα γινόταν φάρος για τη σκέψη, γεμάτη αυτοπεποίθηση και αυτογνωσία.

Ευχαρίστησε θερμά το ίδρυμα «Ευγένιος Τζιμογιάννης», τον πρόεδρό του Δημήτριο Μεταλληνό και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου για την υπηρέτηση αυτού του οράματος. Το ίδρυμα, είπε, δεν διδάσκει απλώς ορθοφωνία αλλά σεβασμό στην ψυχή του λόγου, προσφέροντας στους νέους τη χαρά να εκφράζονται καθαρά, αληθινά και με αυτοπεποίθηση.