Ο φιλόλογος των Αρσακείων Σχολείων τοποθετήθηκε κριτικά για την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, υποστηρίζοντας ότι το πραγματικό ζήτημα δεν είναι τι θα γίνει με την ελληνική αλλά τι θα γίνει με τους Έλληνες.
Η εισήγηση του Ιωάννη Καργάκου ξεχώρισε στην εκδήλωση επειδή κινήθηκε αντίθετα στο ρεύμα των προηγούμενων ομιλιών. Ξεκίνησε αναγνωρίζοντας το έργο των υπολοίπων: τον Δημήτριο Νατσιό, που ως δάσκαλος καλλιέργησε την αγάπη για τη διαχρονία της γλώσσας διδάσκοντας μύθους του Αισώπου και ευαγγελικές περικοπές, τον Δημήτριο Μεταλληνό και τα αδέλφια του, συναδέλφους του στο Αρσάκειο, που συνεχίζουν τον δρόμο του πατέρα τους, του αειμνήστου δασκάλου του γένους πατρός Γεωργίου Μεταλληνού, και τον καθηγητή Ιωάννη Κορίνθιο, ο οποίος έδειξε ότι η ελληνική γλώσσα μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα λαών και ως εργαλείο διπλωματίας.
Στη συνέχεια όμως διατύπωσε τον δισταγμό του.
Το κράτος και οι λέξεις του
Το πρώτο του επιχείρημα αντλήθηκε από την καθημερινότητα του ίδιου του ελληνικού κράτους. Η ελληνική τροφοδοτεί το παγκόσμιο λεξιλόγιο, παρατήρησε, με το «ηλεκτρο» του Θαλή να προηγείται σχεδόν κάθε νέας ανακάλυψης στην πληροφορική, από το e-learning ως το e-banking. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, οι κρατικές ψηφιακές υπηρεσίες φέρουν ονόματα όπως Gov.gr Wallet, myAADE και myschool. Η αντίφαση αυτή τον οδηγεί, όπως είπε, να θεωρεί κάποιες φορές την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας γράμμα κενό. Το πρόβλημα, διευκρίνισε με αιχμή, δεν είναι τα αγγλικά του εκάστοτε Έλληνα πρωθυπουργού αλλά τα ελληνικά του.
Το δεύτερο επιχείρημα αφορούσε τη διπλωματία. Δεν μπορεί να ασκείται πολιτιστική διπλωματία, υποστήριξε, όταν εκκρεμούν εθνικά ζητήματα τα οποία απαρίθμησε: η Κύπρος, τα Ίμια, η Συμφωνία των Πρεσπών, η Βόρειος Ήπειρος για την οποία, όπως είπε, δεν γίνεται λόγος στα σχολεία, καθώς και οι θάνατοι του σμηναγού Ηλιάκη και του Κωνσταντίνου Κατσίφα.
Ελληνικότητα πέρα από τη γλώσσα
Η πιο ριζική του θέση ήταν ότι η γλώσσα δεν αποτελεί το παν για την ελληνικότητα. Επικαλέστηκε προσωπικό παράδειγμα, τον παππού της μητέρας του, καπετάν Κώτα, ο οποίος δεν γνώριζε ελληνικά, καθώς και το πλήθος των αρβανιτόφωνων αγωνιστών του 1821. Το γεγονός ότι επέλεξαν να δώσουν το αίμα τους για την Ελλάδα, είπε, τους καθιστά διπλά Έλληνες. Το ίδιο ισχύει και για τους φιλέλληνες, πολλοί από τους οποίους δεν μιλούσαν τη γλώσσα και ήταν, κατά τον ίδιο, περισσότερο Έλληνες από κατόχους σημερινών διαβατηρίων.
Η συγκίνησή του, όπως εξήγησε, εντάθηκε από τον χώρο της εκδήλωσης και το λογότυπο του Ευγένιου Τζιμογιάννη, ο οποίος είχε πάει να φιλήσει τα χέρια των γονιών του Αριστοτέλη Γκούμα και του Κωνσταντίνου Κατσίφα.
Το συμπέρασμά του για το ζητούμενο της εκπαίδευσης ήταν αντίστοιχα κατηγορηματικό. Πέρα από την πατριδογνωσία που είχε προτείνει νωρίτερα ο πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ, ζήτησε πατριδολατρία, όσο και αν η έννοια είναι στιγματισμένη, με το σκεπτικό ότι όποιος αγαπά την πατρίδα του θα αγαπήσει και τη γλώσσα, το περιβάλλον και τον συμπατριώτη του.
Η κληρονομιά ενός φιλολόγου
Ο ομιλητής ανέτρεξε επανειλημμένα στο έργο του πατέρα του, ο οποίος από τη δεκαετία του 1980 έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου και δεχόταν χαρακτηρισμούς όπως γλωσσαμύντορας και πατριδοκάπηλος. Αναφέρθηκε στα βιβλία του για την αλαλία και την αλεξία, καθώς και στον τίτλο «Ελληνική παιδεία, ένας νεκρός με μέλλον», και επανέλαβε την προειδοποίησή του: αρκεί να μετρήσει κανείς πόσες επιγραφές καταστημάτων είναι στα ελληνικά για να διαπιστώσει ότι η ελληνική επιγραφή έχει καταντήσει λαογραφικό αξιοπερίεργο. Στην ίδια γραμμή συμφώνησε με προλαλήσασα ομιλήτρια ότι από το πολυτονικό περάσαμε στο μονοτονικό και από εκεί, με μαθηματική ακρίβεια, στο ατονικό.
Η βασική θέση που κληρονόμησε από τον πατέρα του είναι ότι η ελληνική θα επιβιώσει και χωρίς Έλληνες, όπως επιβιώνει και διδάσκεται η λατινική χωρίς Λατίνους, αλλά ως μουσειακή γλώσσα, ως δεξαμενή λέξεων και ιδεών για επιστήμονες που αναζητούν ονόματα για νέες ανακαλύψεις. Το αν θα αποφευχθεί αυτή η κατάληξη εξαρτάται, κατά τον ίδιο, από το αν θα συνεχίσουν να υπάρχουν Έλληνες.
Τα νέα προγράμματα σπουδών
Ακολούθησε η πιο τεκμηριωμένη κριτική του, στραμμένη προς το Υπουργείο Παιδείας. Στάθηκε στην κατάργηση της γεγονοτολογικής ιστορίας και στα νέα περιεχόμενα του Λυκείου, από τους θεσμούς και την κρατική οργάνωση στην Α΄ τάξη έως τις διακρατικές σχέσεις και τα διεθνή ζητήματα στη Γ΄.
Ιδιαίτερα σχολίασε το πόρισμα ειδικής επιτροπής για τις χαμηλές επιδόσεις των Ελληνόπουλων στην κατανόηση κειμένου στον διαγωνισμό PISA, το οποίο εισηγείται ενδυνάμωση της κειμενοκεντρικής προσέγγισης με εστίαση στην παιδαγωγική των πολυγραμματισμών και στη νοηματοδότηση της γλωσσικής πολυμορφίας και ετερότητας. Η ειρωνεία του ήταν ευθεία: το κείμενο που υποτίθεται ότι λύνει το πρόβλημα της κατανόησης κειμένου είναι το ίδιο ακατάληπτο. Θύμισε δε το ευριπίδειο ζητούμενο, το σοφόν να είναι και σαφές. Στη χώρα, πρόσθεσε, καταγράφονται τα υψηλότερα ποσοστά λειτουργικού αναλφαβητισμού στην Ευρώπη, με την απλή μορφή της ελληνικής, όχι τα λόγια κείμενα του Σολωμού, του Παπαδιαμάντη ή του Ροΐδη, να παραμένει δυσπρόσιτη στους μαθητές.
Το Μεσολόγγι ως απάντηση
Την κατακλείδα την έδωσε το Μεσολόγγι, με αφορμή τα διακόσια χρόνια από την Έξοδο. Εκεί, είπε, συμπυκνώνονται τα δύο πράγματα που είχε στον νου του ο Σολωμός, η ελευθερία και η γλώσσα. Αναφέρθηκε σε βιβλίο του πατέρα του που πρόκειται να κυκλοφορήσει για την επέτειο, στο οποίο υποστηρίζεται ότι η πόλη έπεσε ουσιαστικά την Κυριακή του Πάσχα, όταν σαράντα υπερασπιστές της όρμησαν με γυμνά στήθη στους πολιορκητές.
Ως προς τη γλώσσα, τέλος, στάθηκε στις απαντήσεις των Μεσολογγιτών στις προτάσεις παράδοσης, από εκείνη για τα κλειδιά του κάστρου που ήταν κρεμασμένα στην μπούκα του καριοφιλιού μέχρι την τελευταία, με την οποία δήλωσαν αγράμματοι που δεν έμαθαν γλώσσες παρά μόνο να πολεμούν. Τέτοια ελληνικά, κατέληξε, θέλει να μάθουν τα παιδιά, γιατί τέτοια ελληνικά διδάσκουν και ελευθερία. Η τελική του διατύπωση ήταν ότι δεν χρειάζεται τόσο η γλώσσα όσο η λεβεντιά που χάθηκε.
