Ο διδάκτωρ Πληροφορικής και λειτουργιολόγος ανέπτυξε πώς η συνεξέλιξη εορτολογίου, υμνογραφίας και βυζαντινής μουσικής διέσωσε τη γλώσσα, και ζήτησε να διδάσκεται η ψαλτική ως βασικό μάθημα στα σχολεία.
Η εισήγηση του π. Βελισαρίου Γκεζερλή ξεκίνησε από μια διπλή διαπίστωση. Οι Έλληνες, είπε, είναι υπερήφανοι για τον πλούτο της ελληνορθόδοξης παράδοσης, αλλά ταυτόχρονα υπεύθυνοι να μην τον χάσουν, να τον επαυξήσουν και να τον παραδώσουν.
Η ελληνική, με ιστορία περίπου τριών χιλιάδων ετών, υπήρξε το εργαλείο με το οποίο διατυπώθηκε η κλασική φιλοσοφία, η θύραθεν παιδεία στην οποία αναφέρονται οι Τρεις Ιεράρχες, γράφτηκαν τα ιερά ευαγγέλια, οι θείες λειτουργίες και ο υμνογραφικός πλούτος του εορτολογίου. Οι θεοφόροι πατέρες, τόνισε, διατύπωσαν με ακρίβεια τα δόγματα και τα αποκρυστάλλωσαν μέσα στην ορθόδοξη υμνολογία.
Τρεις περίοδοι, και μία τέταρτη
Ο ομιλητής διέκρινε τη διαδρομή της υμνογραφίας σε διακριτές φάσεις.
Η πρώτη καλύπτει τους πέντε πρώτους αιώνες. Οι ύμνοι της περιόδου δεν γράφτηκαν κατά κανόνα για λειτουργική χρήση αλλά ως προσωπική έκφραση των ποιητών, και λειτούργησαν ως προπαρασκευή. Εξαίρεση αποτελούν οι δύο λειτουργίες, του Μεγάλου Βασιλείου και του Ιερού Χρυσοστόμου, που εντάχθηκαν στη λειτουργική παράδοση. Τα κείμενα του Γρηγορίου του Θεολόγου, του Μεγάλου Αθανασίου, του Μαξίμου του Ομολογητή και του Εφραίμ του Σύρου έγιναν πηγή έμπνευσης για τους μεταγενέστερους.
Η δεύτερη περίοδος, με ακμή τον 6ο και 7ο αιώνα, φέρνει το κοντάκιο, μορφή με συγκεκριμένη ποιητική δομή που ο εισηγητής χαρακτήρισε μεγάλο επίτευγμα της βυζαντινής λογοτεχνίας. Η γλώσσα του είναι απλή, ποιητική και σχεδόν δημώδης. Κύριος εκφραστής και εισηγητής του είδους, ο Ρωμανός ο Μελωδός. Στην ίδια περίοδο ανήκει και ο Ακάθιστος Ύμνος.
Η τρίτη περίοδος, από τον 8ο έως περίπου τον 12ο αιώνα, είναι εκείνη της μεγάλης άνθησης, με το νέο υμνογραφικό είδος του κανόνα. Ο Ανδρέας Κρήτης έγραψε τον Μεγάλο Κανόνα, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός δημιούργησε την Οκτώηχο, ενώ στον κύκλο ανήκουν ο Κοσμάς ο Μελωδός, κατά θέσιν αδελφός του Ιωάννου, ο Θεοφάνης ο Γραπτός και η μοναχή Κασσιανή, της οποίας το τροπάριο ψάλλεται τη Μεγάλη Τρίτη. Κέντρα της παραγωγής υπήρξαν η μονή του Αγίου Σάββα στην Παλαιστίνη και η μονή Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη.
Από τον 11ο αιώνα και εξής παρατηρείται μια σταδιακή φθίνουσα πορεία, την οποία ο π. Βελισάριος απέδωσε όχι σε παρακμή αλλά στο ότι οι εορτές είχαν πλέον ολοκληρωθεί και οι ύμνοι είχαν γραφτεί. Στη θέση της αναπτύχθηκε η βυζαντινή μελοποιία, με σειρά μεγάλων μελοποιών από τον Ιωάννη Κουκουζέλη μέχρι σήμερα. Η πρόνοια του Θεού, σχολίασε, φρόντισε ώστε τα ποιητικά αριστουργήματα να μην μείνουν γυμνά μελωδίας.
Ως τέταρτη περίοδο όρισε τη σύγχρονη. Πρώτο όνομα εδώ ο Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, μοναχός του Αγίου Όρους που αγιοκατατάχθηκε το 2023 και έγραψε πάνω από δύο χιλιάδες ακολουθίες για σύγχρονους αγίους και νεομάρτυρες, συμπληρώνοντας και ακολουθίες παλαιών αγίων που έλειπαν.
Δόγμα μέσα σε λίγους στίχους
Το κεντρικό επιχείρημα της ομιλίας ήταν ότι ένα σύντομο τροπάριο μπορεί να συμπυκνώσει ολόκληρη θεολογία. Ο εισηγητής ανέλυσε το δοξαστικό θεοτοκίο του πρώτου ήχου, αποδιδόμενο στον Ιωάννη τον Δαμασκηνό, δείχνοντας πώς μέσα σε λίγες γραμμές δηλώνονται η θέση της Θεοτόκου ως δόξας του ανθρωπίνου γένους, το αειπάρθενον μέσω της εικόνας της κλειστής επουράνιας πύλης, η ιδιότητά της ως ναού της θεότητος, και η άγκυρα της πίστεως ως σύμβολο σταθερότητας για τον άνθρωπο μέσα στο πέλαγος της ζωής.
Αντίστοιχα ανέλυσε το θεοτοκίο που αναφέρεται στον Ευαγγελισμό, όπου η Παναγία παρουσιάζεται ως η νέα κιβωτός που φέρει μέσα της τον Θεό Λόγο, καθώς και το απολυτίκιο των Χριστουγέννων. Στο τελευταίο στάθηκε ιδιαίτερα στη φράση για το φως της γνώσεως, σημειώνοντας ότι δεν πρόκειται για το υλικό φως αλλά για την αλήθεια, και ότι οι τρεις μάγοι που «τοις άστροις ελάτρευον» δεν ήταν αστρολόγοι αλλά οι επιστήμονες της εποχής τους, οι οποίοι οδηγήθηκαν στην προσκύνηση μέσα από την ίδια τους την επιστήμη.
Γιατί ψάλλονται και δεν διαβάζονται
Το βυζαντινό μέλος, τόνισε, είναι δημιούργημα εκκλησιαστικών και όχι κοσμικών δημιουργών, και σκοπός του είναι να ενδύσει τον λόγο ώστε να δημιουργείται λειτουργική ατμόσφαιρα κατανύξεως και ο πιστός να αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται σε ναό και όχι σε αίθουσα συναυλιών.
Επικαλέστηκε τον Μέγα Βασίλειο, ο οποίος παρομοιάζει την ανάμειξη μελωδίας και δογμάτων με τους σοφούς γιατρούς που αλείφουν με μέλι το ποτήρι του πικρού φαρμάκου, ώστε ο άνθρωπος να δεχτεί την ωφέλεια χωρίς να το αντιληφθεί. Παρόμοια, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος εξηγεί ότι η μελωδία αναμείχθηκε με την προφητεία για να γίνει ελκυστικός ο κόπος της πνευματικής ανάγνωσης.
Ο π. Βελισάριος κατέγραψε τις μεγάλες εννοιολογικές οικογένειες που συναντώνται στους ύμνους, τον τόπο με το βάθος και το ύψος, την κίνηση με την ανάβαση και την κατάβαση, τον ήχο, το σκότος, τα πάθη και τα συναισθήματα. Και έδειξε πρακτικά, ψάλλοντας, πώς η μελωδία ερμηνεύει τη λέξη: η φράση για την άνοδο στο όρος αποδίδεται με ανιούσα κίνηση, ο χαιρετισμός για το αμέτρητο βάθος με κατιούσα. Η παράσταση αυτή, είπε, περνά αβίαστα μέσα στον ακροατή και γίνεται βίωμα, ενώ ο ρυθμός της βυζαντινής μουσικής, ρυθμοτονικός, ακολουθεί τον τονισμό των ίδιων των λέξεων.
Δύο ακόμη λειτουργίες επισήμανε. Πρώτον, την απομνημόνευση: οι πιστοί γνωρίζουν απέξω δεκάδες ύμνους, ακριβώς όπως μαθαίνουν εύκολα τα δημοτικά τραγούδια, χάρη στη σύζευξη μέλους και λόγου. Δεύτερον, την ενότητα, καθώς κατά τον Μέγα Βασίλειο η ψαλμωδία συναρμόζει τον λαό του Θεού στη συμφωνία ενός χορού.
Η γλώσσα που σώθηκε ψάλλοντας
Το τελευταίο και, για το θέμα της εκδήλωσης, κρισιμότερο σημείο αφορούσε τη διάσωση της γλώσσας. Η αχώριστη σχέση υμνολογικού λόγου και εκκλησιαστικού μέλους διατήρησε ανά τους αιώνες τόσο την αρχική γλωσσική και μετρική μορφή των ύμνων όσο και τις μελωδίες τους. Κατά την Τουρκοκρατία, θύμισε, τη γλώσσα τη διέσωσε η διδασκαλία του Ψαλτηρίου και της Οκτωήχου.
Επικαλούμενος τον θεολόγο και φιλόλογο Βασίλειο Τσούπρα, ανέφερε ότι όσοι ψάλλουν από μικρή ηλικία εξοικειώνονται σταδιακά με την κοινή των Ελλήνων, και ότι οι άγνωστες λέξεις δεν ανακόπτουν την κατανόηση αλλά κεντρίζουν το ενδιαφέρον. Παρέθεσε και τα μεγέθη: από τις περίπου 4.900 λέξεις της Καινής Διαθήκης, οι 2.280 λέγονται ακόμη και σήμερα, άλλες 2.200 γίνονται κατανοητές και μόλις 400 παραμένουν κάπως άγνωστες, ενώ ο Ακάθιστος Ύμνος έχει περίπου πενήντα δύσκολες λέξεις. Ως πρακτική λύση πρότεινε την παράθεση ερμηνείας των δύσκολων όρων στο κάτω μέρος της σελίδας, μέθοδο που εφάρμοσε ο Τσούπρας στα λειτουργικά βιβλιάρια που εξέδωσε.
Το αίτημά του ήταν σαφές. Αν η ελληνική κοινωνία και πολιτεία κατανοούσαν αυτόν τον εθνικό πλούτο, θα τον είχαν ως βασικό μάθημα στα σχολεία, ώστε τα παιδιά να μαθαίνουν αβίαστα, μέσα από την πρακτική της ψαλμωδίας, την αρχαία κοινή μαζί με τη θεολογία και την πολυηχία που συνδέεται και με τη δημώδη παράδοση.
