Skip to content Skip to footer

Τὸ Βορειοηπειρωτικὸ στὸ νέο διεθνὲς καὶ περιφερειακὸ περιβάλλον

Κωνσταντίνος Γρίβας

Καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Οπλικών Τεχνολογιών στη Σχολή Ευελπίδων, Διευθυντής Τομέα Θεωρίας και Ανάλυσης Πολέμου, διδάσκων στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών

Ο καθηγητής Κωνσταντίνος Γρίβας ξεκίνησε την ομιλία του υπενθυμίζοντας την επιστημονική του ιδιότητα —διδάσκει γεωπολιτική και σύγχρονες οπλικές τεχνολογίες στη Σχολή Ευελπίδων και τουρκολογικά μαθήματα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών— για να τονίσει ότι ο πόλεμος είναι, όπως είπε, «το πιο σύνθετο, πολυπαραγοντικό και διεπιστημονικό φαινόμενο» και ότι κάθε σοβαρή ανάλυση οφείλει να αναζητά τη «μακροϊστορική αρχιτεκτονική» πίσω από τα γεγονότα. Επικαλούμενος τον καθηγητή του Γιάννη Ρωμανά, σημείωσε ότι καμία ανάλυση δεν κατέχει απόλυτα την αλήθεια, ιδίως στη σημερινή ρευστή και μεταβατική περίοδο.

Αφετηρία της ομιλίας ήταν μια προσωπική απορία που τον απασχολούσε από μικρός: γιατί στην Ελλάδα επικρατούσε επί δεκαετίες μια «συνωμοσία σιωπής» γύρω από το Βορειοηπειρωτικό. Όπως παρατήρησε, η Αριστερά δαιμονοποιούσε όσους μιλούσαν για τον ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου ως εκδήλωση ακροδεξιάς, παρότι οι ίδιοι κύκλοι αναγνώριζαν ότι η ένταξη της περιοχής στην Αλβανία ήταν προϊόν ιμπεριαλιστικών πολιτικών —μια αντίφαση που, όπως είπε, ποτέ δεν μπόρεσε να εξηγήσει. Παράλληλα, ούτε η εθνικόφρων παράταξη προχώρησε ποτέ πέρα από τη ρητορική, σε μια ουσιαστική προσπάθεια απελευθέρωσης ή έστω υπεράσπισης του ελληνισμού της περιοχής μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρότι αυτό δεν ήταν αδύνατο ούτε γεωπολιτικά ούτε στρατιωτικά, δεδομένου ότι η Αλβανία βρισκόταν εκτός των μεγάλων γεωπολιτικών συνασπισμών.

Αναζητώντας απάντηση σε αυτό το ερώτημα, ο κ. Γρίβας ανέτρεξε στη θεωρία του Halford Mackinder, θεμελιωτή της αγγλοσαξονικής γεωπολιτικής σκέψης, ο οποίος στο έργο του «Democratic Ideals and Reality» υποστήριζε ότι αν η Ελλάδα περάσει στη σφαίρα επιρροής της χερσαίας δύναμης της Ευρασίας —δηλαδή της Ρωσίας— τότε η Ρωσία θα κυριαρχούσε στον κόσμο. Όπως εξήγησε, η θεωρία αυτή δεν ήταν απλώς ακαδημαϊκή σκέψη αλλά κωδικοποίηση μιας πρακτικής που ακολουθούσε η Δύση επί αιώνες, και μαζί με τον Nicholas Spykman αποτέλεσε τη βάση ολόκληρης της στρατηγικής αναχαίτισης (containment) της Σοβιετικής Ένωσης στον Ψυχρό Πόλεμο, από το «Long Telegram» έως το περίφημο έγγραφο NSC-68 του 1950.

Πυρήνας αυτής της στρατηγικής, σύμφωνα με τον ομιλητή, ήταν η αποτροπή της καθόδου της Ρωσίας στην ανατολική Μεσόγειο —την πιο κομβική περιοχή του πλανήτη— καθώς κάτι τέτοιο θα διέσπαζε το φράγμα που αποτελούσε η Οθωμανική Αυτοκρατορία και θα καθιστούσε άχρηστη τη ναυτική ισχύ Βρετανίας και ΗΠΑ. Για τον λόγο αυτό, είπε, οι δυτικές δυνάμεις κρατούσαν επί αιώνες «ζωντανό τον μεγάλο ασθενή», δηλαδή την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ως φράγμα απέναντι στη Ρωσία, ενώ και η ίδια η Ρωσία προτιμούσε στη θέση αυτή μια αδύναμη χώρα, μέχρι να βρει η ίδια την ιστορική ευκαιρία να απελευθερώσει τους ορθόδοξους λαούς της περιοχής με δικούς της όρους.

Αυτή η «βολική», κατά τον κ. Γρίβα, ισορροπία ανατράπηκε από την Επανάσταση του 1821, την οποία χαρακτήρισε πυροδότη ολόκληρης σειράς εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων που συνεχίστηκαν έως τον 20ό αιώνα. Σημείωσε ότι οι επαναστατημένοι δεν επιδίωκαν το μικρό κρατίδιο που τελικά προέκυψε, αλλά την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, κάτι που θα δημιουργούσε μια δυνάμει μεγάλη δύναμη διεκδικώντας πρωταγωνιστικό ρόλο παγκοσμίως. Οι προστάτιδες δυνάμεις, κυρίως Αγγλία και Γαλλία, αποδέχθηκαν τελικά τη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, με τον όρο όμως να συνεχίσει να παίζει τον ρόλο του φράγματος απέναντι στη Ρωσία —παρότι, όπως σχολίασε, το νεοσύστατο κράτος και μεγάλο μέρος του λαού και των ελίτ ήταν τότε φιλορωσικό, κάτι που ονόμασε «το μεγάλο ελληνικό παράδοξο» της γεωπολιτικής ανάλυσης.

Για να παραμείνει ελέγξιμο, υποστήριξε ο ομιλητής, το νέο ελληνικό κράτος όφειλε να διαθέτει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: να είναι μικρό σε έκταση —εδώ, είπε, εντοπίζεται η ρίζα του Βορειοηπειρωτικού—, να μην είναι ποτέ πλήρως δημοκρατικό υπό τη δυτικοευρωπαϊκή έννοια (ώστε η φιλορωσική τότε πλειοψηφία να μην μπορεί να καθορίσει εξωτερική πολιτική), να μην αναπτύξει ποτέ δική του υγιή εθνική αστική τάξη, και να παραμένει διαρκώς εξαρτημένο από ξένους παράγοντες, με γεωγραφική διάταξη ευάλωτη σε εξωτερικές απειλές. Μια Βόρειος Ήπειρος ενσωματωμένη στον εθνικό κορμό, εκτίμησε, θα καθιστούσε την Ελλάδα πιο οχυρωμένη και άρα λιγότερο ελέγξιμη —και συνεπώς πιο «επικίνδυνη» για όσους επιδίωκαν τον έλεγχό της.

Ο κ. Γρίβας συνέδεσε αυτή τη γεωπολιτική μηχανική με την καλλιέργεια, όπως είπε, μιας «κουλτούρας εξάρτησης και υποτέλειας» που πέρασε ακόμη και σε πατριωτικούς κύκλους, εκφραζόμενη στην αντίληψη ότι η Ελλάδα οφείλει να «ανήκει» σε κάποιον —λέξη που, όπως παρατήρησε, δεν απαντάται στο λεξιλόγιο των διεθνών σχέσεων άλλων χωρών λόγω των συνδηλώσεων ιδιοκτησίας που φέρει. Παράλληλα, εκτίμησε ότι καλλιεργήθηκε συστηματικά μια κουλτούρα άρνησης της ελληνικής ιδιοπροσωπίας, από την αμφισβήτηση της συνέχειας με τους αρχαίους Έλληνες έως την υπονόμευση της πολιτισμικής επιρροής της Ορθοδοξίας.

Περνώντας στη σύγχρονη εποχή, ο ομιλητής περιέγραψε μια πρωτοφανή, κατά την άποψή του, όξυνση της «κουλτούρας εξάρτησης»: κακές σχέσεις με τις ΗΠΑ, δυσλειτουργική σχέση με την Ευρώπη, τις χειρότερες σχέσεις με τη Ρωσία στην ιστορία τους (χειρότερες ακόμη κι από εκείνες του μεταπολεμικού αντικομμουνιστικού κράτους), απουσία ουσιαστικής σχέσης με την Κίνα, και ανύπαρκτη σχέση ακόμη και με φιλελληνικές ανερχόμενες δυνάμεις όπως η Ινδία. Η μόνη σχέση που χαρακτήρισε «καλή», σημείωσε με νόημα, είναι αυτή με το τουρκικό παρακράτος.

Στο διεθνές επίπεδο, ο κ. Γρίβας περιέγραψε ένα σύστημα σε βαθιά μεταβολή: την ένταση ΗΠΑ–Δυτικής Ευρώπης, την αποδοχή από τμήμα του αμερικανικού βαθέος κράτους της πολυπολικότητας, αλλά κυρίως τη μετάβαση σε ένα μη ευρωκεντρικό διεθνές σύστημα, με την Κίνα να αναδύεται με τη δική της ιδιοπροσωπία και ακόμη και φιλοδυτικές δυνάμεις όπως η Ινδία του Μόντι να επιδιώκουν να «απαλλαγούν» από ευρωπαϊκές επιρροές. Σε αυτό το πλαίσιο, έκρινε ότι το διεθνές σύστημα δεν είναι απλώς πολυπολικό αλλά «νεοαυτοκρατορικό», με την Τουρκία να αποτελεί ίσως την πλέον φιλόδοξη —και, όπως τόνισε, φοβική άρα και επικίνδυνη— αυτοκρατορική προσπάθεια στην Ευρασία. Απέναντι σε αυτή τη νέα Τουρκία, εκτίμησε, στέκεται μια Ελλάδα που κινδυνεύει, λόγω των επιλογών της, να μετατραπεί σε «γεωπολιτικό φάντασμα» —μια ασυμμετρία που θεωρεί ιδιαίτερα επικίνδυνη, δεδομένου ότι η σημασία της ανατολικής Μεσογείου, με την επάνοδο υδρογονανθράκων και υγροποιημένου φυσικού αερίου ως κυρίαρχου ενεργειακού παράγοντα, παραμένει —ή και αυξάνεται.

Ο ομιλητής επεσήμανε πάντως ότι η κατάσταση δεν είναι μονόπλευρα αρνητική για την Ελλάδα, καθώς οι υπερβολικά φιλόδοξες δυνάμεις σε έναν πιο ανταγωνιστικό πλανήτη συναντούν πολλούς αντιπάλους, αναφέροντας ότι ανάλογες ανησυχίες για την τουρκική επεκτατικότητα εκφράζονται, όπως ο ίδιος διαπίστωσε, και από την Ινδία αλλά και από ισχυρά πλέον κέντρα ισχύος στις ΗΠΑ. Έκρινε ότι η παγκόσμια αρχιτεκτονική θα «καλωσόριζε» μια ισχυρή Ελλάδα ικανή να λειτουργήσει ως αντίβαρο στην Τουρκία, διευκρινίζοντας όμως ότι κανένας δεν πρόκειται να αναθέσει έναν τέτοιο ρόλο —μόνο μέσω ισχύος και δικής της βούλησης θα μπορούσε η Ελλάδα να τον διεκδικήσει.

Αναφερόμενος σε πρόσφατη ομιλία του αντιπροέδρου των ΗΠΑ, κατά την οποία ο μεγαλύτερος εχθρός της Δύσης δεν είναι η Κίνα ή η Ρωσία αλλά η απαξίωση των ίδιων των ευρωπαϊκών αξιών, ο κ. Γρίβας εκτίμησε ότι η αποδόμηση του δυτικού πολιτισμικού παραδείγματος έχει βαθιές ρίζες, τις οποίες συνέδεσε —όπως είπε, «παπαγαλίζοντας» ειδικότερους αναλυτές— με ερμηνείες του χριστιανισμού από Λατίνους θεολόγους, μια πορεία που μέσω ανθρωπισμού και Διαφωτισμού κατέληξε σε αυτό που περιέγραψε ως «κοσμοείδωλο του ανθρωποθεού»: την αντίληψη μιας απόλυτης ατομικής αυτοδιάθεσης χωρίς αναφορά σε φύση ή όριο. Σε αυτό το πλαίσιο, έκρινε ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πολιτισμική υπερδύναμη —χάρη κυρίως στην Ορθοδοξία και τον γνήσιο χριστιανισμό— τόσο ως ανανεωτής του δυτικού πολιτισμού όσο και ως συνομιλητής του με άλλους πολιτισμούς, ώστε να αποφευχθεί μια σύγκρουση πολιτισμών.

Κλείνοντας, ο κ. Γρίβας υποστήριξε ότι για να διεκδικήσει η Ελλάδα έναν τέτοιο ρόλο χρειάζεται πρώτα μια βάση ισχύος και εθνοκεντρική πολιτική, πυρήνας της οποίας θα μπορούσε να είναι ακριβώς η υπεράσπιση του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού —ένα μήνυμα αποφασιστικότητας αντίθετο από αυτό που, κατά τον ίδιο, έστειλε η Συμφωνία των Πρεσπών. Σχολιάζοντας το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, σημείωσε ότι το μόνο κόμμα με υψηλή στρατηγική για τον ελληνισμό είναι, κατά την εκτίμησή του, η Νίκη. Έκλεισε την ομιλία του λέγοντας ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην πιο κρίσιμη στιγμή της ιστορίας της: είτε θα διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο ως πολιτισμική δύναμη υπερασπιζόμενη τον εαυτό της, είτε θα καταλήξει —όπως άκουσε πρόσφατα σε συνέδριο ΝΑΤΟϊκών υπηρεσιών— στους «καρέκλα γύρω από το τραπέζι» ή στο «πιάτο πάνω στο τραπέζι».

[Άρθρο βασισμένο σε αποδελτίωση της ομιλίας του Κωνσταντίνου Γρίβα στην ημερίδα του Κ.Ε.Μ.Ε. «Εὐγένιος Τζιμογιάννης», με τίτλο «Τὸ Βορειοηπειρωτικὸ στὸ νέο διεθνὲς καὶ περιφερειακὸ περιβάλλον».]