Skip to content Skip to footer

Ἕνας Ἕλληνας Εὐρωπαῖος (1766-1827)Φρειδερίκος-Δημήτριος Γκίλφορντ: Ένας Έλληνας Ευρωπαίος (1766-1827)

Διακόσια ἔτη συμπληρώνονται κατὰ τὸ τρέχον ἔτος (2024) ἀπὸ τὴν ἵδρυση καὶ ἔναρξη τῆς λειτουργίας τοῦ Ἰονίου Πανεπιστημίου («Ἰόνιος Ἀκαδημία»). Προκαλεῖ, μάλιστα, ἐντύπωση τὸ γεγονὸς ὅτι ἐλάχιστοι ἔχουν ἀξιοποιήσει ὡς «ἑρμηνευτικὸ ἐργαλεῖο» μελέτης τοῦ σχετικοῦ ζητήματος, τὴν ὀρθόδοξη ψυχοσύνθεση τοῦ ἱδρυτοῦ τοῦ ἐμβληματικοῦ πανεπιστημίου Φρειδερίκου Νόρθ, 5ου Κόμητος τοῦ Γκίλφορντ.

Γιὰ τὸ καθοριστικὸ γεγονὸς τῆς ἔνταξης τοῦ Γκίλφορντ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, παραδίδεται ἀπὸ τὸν Λαυρέντιο Βροκίνη ὡς μοναδικὸ ἀρχειακὸ τεκμήριο, τὸ Πρακτικὸ τῆς Βαπτίσεώς του (24 Ἰανουαρίου 1791). Πολύτιμες, ἐπίσης, μαρτυρίες προσφέρει ὁ Γεώργιος Τυπάλδος-Ἰακωβάτος (1813-1882), σπουδαστὴς στὴν Ἰόνια Ἀκαδημία (1827-1837) καὶ γνωστὸς πολιτικὸς ἀργότερα. Στὸ ἔργο του «Ἱστορία τῆς Ἰόνιας Ἀκαδημίας» ὑπογραμμίζει γιὰ τὴ βάπτιση τοῦ Γκίλφορντ: «Τέτοια πράξη, ἂν δὲν ἐγίνηκε μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν τῆς καρδιᾶς, μένει ἀνεξήγητη. Πῶς ὁ Μιλόρδος ἔπραξε σὲ ρωμαίικον τόπο πρᾶμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἤθελε καταδεχθῇ νὰ πρὰξῃ ἔμπορος ρωμαῖος μέσα στὴ Λόντρα;». Τέλος, μὲ τὴν ἔνταξη τοῦ Γκίλφορντ στὴν Ὀρθοδοξία ἀσχολήθηκε καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Διοκλείας καὶ καθηγητὴς τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας στὴν Ὀξφόρδη Κάλλιστος Ware.

Θὰ μπορούσαμε νὰ κωδικοποιήσουμε σὲ ἑπτὰ σημεῖα τὴν ὀρθόδοξη ψυχοσύνθεση καὶ ταυτότητα τοῦ μεγάλου (Φὶλ)΄Ελληνα καὶ Ὀρθόδοξου Εὐεργέτη.

α) Υἱὸς τοῦ Βρετανοῦ Πρωθυπουργοῦ Λόρδου North, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε στὴν ἀνώτατη αὐτὴ πολιτικὴ θέση σὲ μία κρίσιμη περίοδο (1770-1782) διεθνῶν ἀνακατατάξεων. Ἂν καὶ γνήσιος εὐγενής, δὲν ἐμφοροῦνταν ἀπὸ τὴ φεουδαρχικὴ νοοτροπία τῆς κοινωνικῆς του τάξης, ἐπιλέγοντας κατὰ τὴν περίοδο τῆς οἰκογενειακῆς του παντοδυναμίας, νὰ βαπτιστεῖ καὶ νὰ μὴ περιοριστεῖ στὸ μυστήριο τοῦ Χρίσματος, γιὰ τὴν εἰσδοχή του στὴν Ὀρθοδοξία.

β) Εἶχε σχέση μὲ τὰ Ἑπτάνησα καὶ ἰδιαίτερα τὴν Κέρκυρα, τὴν ὁποία ἀγάπησε βαθιά, ὅπως καὶ τοὺς Κερκυραίους. Δὲν ὑπῆρξε ἁπλῶς φυσιολάτρης ἢ ἕνας ἀκόμη ἀπὸ τοὺς πολλοὺς εὐρωπαίους ἢ ἀμερικανοὺς ἀρχαιολάτρες, ἀρχαιολόγους, συλλέκτες καὶ ἐμπόρους ἀρχαιοτήτων ἢ περιηγητές, ἀλλὰ ἀγάπησε τὸν Θεὸ Δημιουργὸ καὶ τὸ σπουδαιότερο δημιούργημά Του τὸν ἄνθρωπο, στὰ πρόσωπα τῶν Κερκυραίων, Ἑπτανησίων καὶ Ἑλλήνων.

γ) Διαβλέπει τὴν πολιτικὴ ἀλλαγὴ στὰ Ἰόνια Νησιὰ κι ἀπὸ τὸ ἔτος 1811 προετοιμάζει τὴ δημιουργία ἑλληνικοῦ (ἄρα καὶ ὀρθόδοξου) πανεπιστημίου, σὲ συνεργασία μὲ τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια. Ἡ Ὀρθόδοξη πίστη καὶ ζωὴ θὰ ἀποτελέσουν τὴν κοινὴ ἀγάπη, ἀλλὰ καὶ τὸ μυστικὸ σημεῖο συνάντησης τῶν δύο ἐπιφανῶν ἀνδρῶν. Μέσα δὲ ἀπὸ τὸ πρίσμα αὐτὸ θὰ μπορέσουν, κατὰ τὴ γνώμη μας, νὰ ἑρμηνευθοῦν ὀρθὰ ὅλες οἱ ἐνέργειες καὶ οἱ πράξεις τοῦ πολυκύμαντου βίου τους. Ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη προετοιμάζει ὁ βρετανὸς Μαικήνας τὸ πανεπιστήμιό του. Ὁ σχεδιασμός του διευκολύνεται ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁρίζεται ἐπίσημα «΄Ἄρχων τῆς Παιδείας» τοῦ Ἰονίου Κράτους.

δ) Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ ἐγχειρήματός του καταγράφονται ἀδιαφορία καὶ ἀντιδράσεις στὴ δημιουργία τοῦ Ἱδρύματος, ὄχι μόνο ἀπὸ τὴ βρετανικὴ Ἁρμοστεία, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ ἰσχυροὺς ἐντόπιους παράγοντες, ποὺ θεωροῦσαν ὅτι ἡ Ἀκαδημία θὰ καθιστοῦσε προσιτὴ τὴν ἀνώτερη ἐκπαίδευση σὲ εὐρύτερες κοινωνικὲς τάξεις, γεγονὸς ποὺ θὰ ἐπηρέαζε τὸ μονοπώλιο στὴν πανεπιστημιακὴ παιδεία στὴν Ἰταλία, μιὰ «παράδοση» ποὺ κληροδοτεῖτο στοὺς γόνους τῶν εὔπορων εὐγενῶν οἰκογενειῶν, στοὺς ὁποίους – μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῶν σπουδῶν τους – ἐκληροδοτοῦντο κι ὅλες οἱ δημόσιες ἢ ἰδιωτικὲς θέσεις καὶ ἀξιώματα. Οἱ ἐπιφυλάξεις τῶν Βρετανῶν ἀφοροῦσαν ὄχι μόνο στὶς μεγάλες δαπάνες ποὺ ἀπαιτοῦσε ἡ πλήρης λειτουργία τοῦ Ἱδρύματος, ἀλλὰ καὶ στὸ γεγονὸς πὼς τὸ πανεπιστήμιο ἀπευθυνόταν σ’ ὅλους τούς ΄Ἕλληνες καὶ ὄχι μόνο στοὺς Ἑπτανησίους.

ε) Ἱδρύει ὡς πρώτη σχολὴ τὴ (Ὀρθόδοξη) Θεολογική. Ὄχι μιὰ Θρησκειολογικὴ Σχολή, ὅπως εἶναι ἡ σύγχρονη ἀκαδημαϊκὴ ἀντίληψη. Τὸ πρόγραμμα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, στηριζόταν στὸ ἀντίστοιχο πρόγραμμα τῶν ὀρθόδοξων κοινοβιακῶν μονῶν. Δὲν «μετακενώνει» τὸ πρόγραμμα σπουδῶν τῶν «θεολογικῶν» λεγομένων σχολῶν τῆς Δύσης. Ὁλόκληρη ἡ Ὀρθόδοξη θεώρηση τῆς λειτουργίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς καὶ εὐρύτερα τοῦ Ἰονίου Πανεπιστημίου τοῦ, ἀνακεφαλαιώνεται στὴν ἐπιλογὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν (Μ. Βασιλείου, Γρηγορίου Θεολόγου καὶ Ἰωάννου Χρυσοστόμου), τῶν σημαντικότερων Πατέρων καὶ Διδασκάλων τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὡς Προστατῶν τοῦ Ἱδρύματός του. Μιὰ ἐπιλογή, ποὺ υἱοθετήθηκε ἀργότερα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸ Κράτος, μὲ τὴν καθιέρωση τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ὡς Προστατῶν τῆς Ἑλληνικῆς Παιδείας (ἑορτὴ τῆς 30ης Ἰανουαρίου).

στ) Παράλληλα μὲ τὴ Θεολογικὴ Σχολή, ἱδρύει καὶ λειτουργεῖ τὸ «Ἱεροσπουδαστήριο», τὸ ὁποῖο μετὰ τὸ 1843 ταυτίζεται μὲ τὴ Θεολογικὴ Σχολή, μὲ ἀποκλειστικὸ σκοπὸ τὴ μόρφωση τοῦ Ὀρθόδοξου κλήρου, ὄχι πρωτίστως ἀκαδημαϊκά-ἐπιστημονικά, ἀλλὰ ποιμαντικά, σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Πατερικὴ παράδοση.

ζ) Ἡ Ὀρθοπραξία του τεκμηριώνεται κι ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι στὴ ζωή του προέτασσε τὸ ἐκκλησιαστικὸ συμφέρον ἔναντι τοῦ πολιτικοῦ. ΄Ἔτσι, ἐνῷ εἶναι Ἄγγλος καὶ προέρχεται ἀπὸ πολιτικὴ οἰκογένεια, ἔχοντας τὶς πολιτικές του πεποιθήσεις, δὲν διστάζει νὰ προβάλλει στὰ κείμενά του τὴν ὁμόδοξη Ρωσία, ὡς πρότυπο Ὀρθοδόξου κράτους, κι ἂς ἀποτελεῖ τὸν μεγαλύτερο ἀντίπαλο τῆς πατρίδας του. Ἡ τεκμηριωμένη αὐτὴ θέση του ἀποτελεῖ ἀνήκουστο γεγονὸς γιὰ Ἄγγλο τῆς κοινωνικῆς του τάξεως, θέσεως καὶ καταγωγῆς. Στὴν προοπτικὴ αὐτή, ἐντάσσεται καὶ τὸ περιστατικὸ τῆς ἀποστολῆς τοῦ ἀνιψιοῦ του στὴ ρωσικὴ πρεσβεία τοῦ Λονδίνου, προκειμένου νὰ προσκληθεῖ ὁ ρῶσος ὀρθόδοξος ἐφημέριος τῆς πρεσβείας, προκειμένου νὰ τὸν μεταλάβει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, πρὶν ἀφήσει τὴν τελευταία του πνοή. Ὁ Βρετανὸς Λόρδος Γκίλφορντ ζεῖ, πολιτεύεται καὶ πεθαίνει Ὀρθόδοξος (14 Ὀκτωβρίου 1827). Ἡ ἐπιλογὴ τοῦ τρόπου ζωῆς του καὶ κυρίως τῶν τελευταίων του ὡρῶν, θεωροῦμε ὅτι θεμελιώνουν ἀδιαμφισβήτητα τὴν ὀρθόδοξη ψυχοσύνθεση καὶ ὀρθοπραξία του. Αἰωνία του ἡ μνήμη!