Skip to content Skip to footer

Παπα – Ἀνδρέας Ἱδρωμένος: μιὰ χρυσῆ ἐπιλογὴ τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια.

Ὁ Ἀνδρέας Ἱδρωμένος (1764 – 1843) ὑπῆρξε ἄλλη μιὰ προσωπικότητα ποὺ συνδέθηκε στενὰ μὲ τὸν «Ἅγιο τῆς Πολιτικῆς» Ἰωάννη Καποδίστρια, ὁ ὁποῖος καὶ μὲ τὴν προτίμησή του αὐτὴ ἀποδεικνύει τὸ ὕψιστο χάρισμα ποὺ διέθετε στὴν ἐπιλογὴ τῶν συνεργατῶν του.

Τὰ κύρια σημεῖα, ποὺ σφυρηλάτησαν τὴν ὑποδειγματικὴ σχέση τοῦ Κυβερνήτη μὲ τὸν ἠπειρώτη διδάσκαλο τοῦ Γένους, θὰ μποροῦσαν νὰ συνοψισθοῦν στὰ παρακάτω:

  1. Ὁ Ἱδρωμένος ἔδρασε στὴ γενέτειρά του Πάργα, στὸ πλευρὸ τῶν ἀγωνιζομένων κατὰ τοῦ Ἀλὴ πασᾶ Σουλιωτῶν καὶ ὑπῆρξε ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς τοῦ Ρήγα Φεραίου. Συγκαταλέγεται στοὺς διδασκάλους τοῦ Γένους καὶ ἔδρασε ὡς φορέας τοῦ ἑλληνορθόδοξου φωτισμοῦ, ὄντας βαθὺς γνώστης τοῦ εὐρωπαϊκοῦ διαφωτισμοῦ. Ὡς ὑποστηρικτής, μάλιστα, τοῦ Ρήγα ὁραματιζόταν τὴν ἀπελευθέρωση ὁλοκλήρου τοῦ ρωμαίικου, ἀλλὰ ἀπογοητεύθηκε ποὺ στὴ θέση τῆς Χριστιανικῆς Κοινοπολιτείας δημιουργήθηκαν δύο μικρὰ ἑλληνικὰ κρατίδια (Ἰόνιο Κράτος καὶ Ἑλλάδα), προτεκτορᾶτα οὐσιαστικὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων.
  1. Ἡ ἑλληνικὴ αὐτοσυνειδησία καὶ ἡ ἑλληνοκεντρικὴ μόρφωση καὶ διδαχὴ τοῦ Ἱδρωμένου ὁδήγησαν τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια, μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἐπιθεωρητῆ τῆς Δημόσιας Ἐκπαίδευσης τῶν Ἑπτανήσων, νὰ τὸν προσκαλέσει ἐπίσημα τὸ 1804, γιὰ νὰ ἀναλάβει τὴ διεύθυνση τῆς πρώτης ἑλληνικῆς σχολῆς δημόσιας ἐκπαίδευσης, ἀφοῦ «ἡ πατρὶς τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη καὶ τοῦ Εὐγενίου Βουλγάρεως, ἐστερεῖτο δημοσίας σχολῆς…».1 Ὁ Ἱδρωμένος ἀποδέχθηκε τὴν πρόσκληση – πρόκληση αὐτὴ καὶ ἐγκαταστάθηκε πανοικεὶ στὴν Κέρκυρα ἀναλαμβάνοντας τὴ διεύθυνση τῆς σχολῆς, ἡ ὁποία στεγάσθηκε στὴν ἐρημωμένη ρωμαιοκαθολικὴ Μονὴ τῆς Παναγίας του Καρμήλου ἢ τῆς Τενέδου, ποὺ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἔφερε τὴν ὀνομασία «Σχολὴ τῆς Τενέδου».2

Ὁ ἴδιος ὁ Καποδίστριας σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὴ Γερουσία γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ ἀναφέρει:

«…παρεκάλεσα τὸν ἄριστον διδάσκαλον δόκτορα Ἀνδρέαν Ἱδρωμένον νὰ δεχθῇ (ἐννοεῖται τὴ θέση αὐτή)…., διὰ τὴν τροφὴν δὲ αὐτοῦ διέθετον ἑπτὰ τάληρα κατὰ μῆνα, ἔχων ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἀποφασίσει νὰ ἐπιβαρύνω ἑαυτὸν διὰ τοῦ μηνιαίου τούτου ἐξόδου…».3 Ἄλλο ἕνα σημεῖο ὅπου ἀναδεικνύεται ἡ μεγαλοσύνη του Καποδίστρια, ὡς τοῦ πολιτικοῦ ποὺ εὐεργετεῖ τοὺς συμπολῖτες του καὶ δὲν περιμένει νὰ εὐεργετηθεῖ ἀπὸ αὐτούς.

Ἀξιομνημόνευτη εἶναι καὶ ἡ ἀπαντητικὴ ἐπιστολή του Καποδίστρια γιὰ τὸ ἴδιο θέμα πρὸς τὸν Ἱδρωμένο:

«Ἡ πατρίς … τὴν ὁποίαν ἡ Θεία πρόνοια μᾶς ἐχάρισεν, μὲ τὰς ἀγκάλας ἀνοιχτὰς ζητεῖ νὰ σᾶς ὑποδεχθῇ καὶ νὰ σᾶς ἐμπιστευθῇ τὸν πλέον πολύτιμον θησαυρὸν ὅπου ἔχει, τοὐτέστιν τοὺς νέους τῆς Ἑπτανήσου Ἐπικρατείας, τῶν ὁποίων ἡ καλὴ ἀγωγὴ θέλει εἶναι ἡ γωνιαία πέτρα τῆς τιμῆς καὶ τῆς εὐτυχίας τοῦ γένους μας. Λοιπὸν ὑμεῖς, ὡς υἱὸς πατρίδος ἄριστος, ὑμεῖς ὁποὺ συζῶντες μὲ τοὺς Δημοσθένεις, μὲ τοὺς Ὁμήρους, μὲ τοὺς Πλάτωνας, ἐπλουτίσατε τὸν νοῦν σας καὶ τὴν καρδίαν σας μὲ τὴν ζωηρὰν ἐπιρροὴν τοῦ πνεύματος τῶν ἀθανάτων τούτων ἀνδρῶν, ὑμεῖς ὅπου εἶσθε τὸ ἔρεισμα τῆς σχεδὸν ἠφανισμένης ἑλληνικῆς παιδείας, εἶναι τάχα δυνατὸν νὰ ἀπονεύσετε εἰς τὸ εὐγενὲς τοῦτο καὶ τῷ ὄντι ἑλληνικὸν ἔργον, τὸ τῆς πλάσεως δηλαδὴ τιμίων πολιτῶν ἤγουν νέων Ἑλλήνων;! Ἡ Γερουσία σας προσκαλεῖ. Συλλογισθῆτε ὁποίας λογῆς ἤθελαν ἀποκριθῇ οἱ ἔνδοξοι πρόγονοι ἡμῶν καὶ ἔπειτα ἀποφασίσατε».4

Στὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ ἀποκαλύπτονται οἱ πρῶτες παιδαγωγικὲς ἀρχὲς τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια, τὶς ὁποῖες δὲν θὰ ἐγκαταλείψει ποτὲ στὸ δημόσιο βίο του.

Ὁ Ἱδρωμένος ἂν καὶ εἶχε ἀρνηθεῖ προηγουμένως δελεαστικὲς προτάσεις, ὅπως τῆς σχολῆς τῶν Ἰωαννίνων, ἐν τούτοις ἀποδέχθηκε ἀμέσως τὴν πρόσκληση τοῦ Καποδίστρια.5 Στὴν πανηγυρικὴ ἔναρξη τῶν μαθημάτων (8 Νοεμβρίου 1805) θὰ συρρεύσει ἡ κερκυραϊκὴ νεολαία «ὅπως ἀκροασθῇ τοῦ πρώτου δημοσίου καθηγητοῦ, ὅστις ἐνώπιον τῆς φαιδρᾶς καὶ ἐνθουσιώδους ὁμηγύρεως ἑλληνιστὶ ἀπαγγείλας τὸν ἐναρκτήριόν του λόγον».6

  1. Ἡ ἐπιλογὴ τοῦ Ἱδρωμένου ὡς τοῦ κατ’ ἐξοχὴν ἐγκρίτου διδασκάλου ποὺ συνδύαζε ἀφ’ ἑνὸς τὴ βαθειὰ γνώση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας σ’ ὁλόκληρη τὴν ἱστορική της διαχρονία (ἀρχαία, βυζαντινὴ καὶ νεώτερη) καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴ γνώση καὶ βίωση τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς θεολογίας, ἐντάσσεται στὸν κύριο σχεδιασμό του Καποδίστρια, ποὺ προέβλεπε τὴν ἐπιβολὴ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, ἄρα καὶ ταυτότητας, ὡς ἐπίσημης τοῦ Ἰονίου Κράτους.

Ὁ Ἱδρωμένος ἐπὶ εἰκοσιένα ἔτη θὰ θέσει ὅλες του τὶς πνευματικὲς δυνάμεις, προκειμένου νὰ ἐκπληρωθεῖ τὸ ἐθνικοπαιδαγωγικὸ ὅραμα τοῦ ἐπιφανοῦς μαθητοῦ του. Ἡ διδασκαλία τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ τῆς κλασσικῆς γραμματολογίας ἀπὸ τὸν χαρισματικὸ κληρικὸ θὰ συνεχισθεῖ μὲ μοναδικὴ προσήλωση μέχρι τὸ ἔτος 1824.

  1. Ὁ μεγάλος διδάσκαλος ἀναδεικνύει ἀντάξιους μαθητές, ἀλλὰ καὶ ἀναδεικνύεται μέσα ἀπὸ αὐτούς. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κυβερνήτη καὶ τοὺς δύο ἀδελφούς του Βιάρο καὶ Αὐγουστῖνο, μεταξὺ τῶν πολλῶν μαθητῶν τοῦ Ἱδρωμένου συγκαταλέγονται οἱ: Μητροπολίτης Κερκύρας καὶ πρωτεργάτης τῆς Ἑνώσεως Ἀθανάσιος Πολίτης, ὁ ὁμώνυμός του Καθηγητὴς τῆς Χημείας στὴν Ἰόνιο Ἀκαδημία, ὁ Καθηγητὴς τῶν Μαθηματικῶν καὶ Ἔφορος (Πρύτανης) τῆς Ἰονίου Ἀκαδημίας Ἰωάννης Καραντινός, ὁ Ἀνδρέας Μουστοξύδης, ὁ Νικόλαος Δελβινιώτης, ὁ Ἀντώνιος Πολυλᾶς, ὁ Πέτρος Βράϊλας – Ἀρμένης, ὁ Στέφανος Παδοβὰς καὶ πολλοὶ ἄλλοι.

Ἡ ἐκτίμηση, ἡ ἀγάπη καὶ ὁ σεβασμός του Καποδίστρια πρὸς τὸν διδάσκαλό του ὑπῆρξε συνεχής. Ἀπὸ τὴ διασωθεῖσα ἀλληλογραφία τους διαπιστώνουμε ὅτι ὁ Κυβερνήτης καὶ ἀπὸ τὴ θέση τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσίας προσπαθοῦσε πάντοτε νὰ ἱκανοποιεῖ κάθε αἴτημα τοῦ Ἱδρωμένου.

  1. Ἡ μεγαλύτερη ἀκαδημαϊκὴ συμβολὴ τοῦ Ἱδρωμένου, ποὺ ἀποδεικνύει ἐμπράκτως τὴν ἐπιστημονική του ὑπεροπλία, ἀποκαλύπτεται στὴν ἐπιμέλεια καὶ διόρθωση τῶν ἐκκλησιαστικῶν λειτουργικῶν βιβλίων (Ὡρολογίου, Παρακλητικῆς καὶ Μηναίων). Τὶς φιλολογικοθεολογικὲς αὐτὲς παρεμβάσεις του τὶς ἀπέστειλε τὸ ἔτος 1838 στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Γρηγόριο ΣΤ΄ (1835-1840). Ὁ Γρηγόριος θὰ συγκρουστεῖ λίγο ἀργότερα μὲ τὸν βρετανὸ ἁρμοστὴ τῶν Ἰονίων Νήσων Howard Douglas (1835–1841) γιὰ τὶς νομοθετικὲς καὶ ἐκκλησιαστικές του ἐπιλογές, παραμένοντας πιστὸς στὶς ἴδιες Ἀρχὲς μὲ τοὺς Καποδίστρια, Γκίλφορδ καὶ Ἰδρωμένο.7 Ὁ τελευταῖος δὲν λειτουργεῖ στὸ σημαντικότατο ἀναθεωρητικό του ἔργο ὡς ἁπλὸς φιλόλογος, ἀλλὰ πρωτίστως ὡς αὐθεντικὸς θεολόγος, ἀφοῦ «οἱ φιλολογικὲς μεταβολὲς ποὺ προτείνει, στηρίζονται σὲ μιὰ καλὰ κατοχυρωμένη θεολογικοδογματικὴ ἑρμηνεία τοῦ κειμένου».8
  1. Ὁ ἱδρυτὴς καὶ μαικήνας τῆς Ἰονίου Ἀκαδημίας (τοῦ πρώτου ἑλληνικοῦ πανεπιστημίου) Λόρδος Φρειδερίκος – Δημήτριος Γκίλφορδ, μυημένος στὶς παιδαγωγικὲς καὶ ἑλληνορθόδοξες ἀρχὲς τοῦ φίλου τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια, θὰ ἀξιοποιήσει τὸν λόγιο κληρικὸ Ἀνδρέα Ἱδρωμένο. Ἔτσι στὶς 29 Μαΐου 1824, ἡμέρα τῆς καθιδρύσεως τοῦ Ἰονίου Πανεπιστημίου, ὁ Ἱδρωμένος θὰ ἀναγορευθεῖ παμψηφεὶ ὡς πρῶτος θεολογοδιδάκτωρ τοῦ πρώτου ἐκείνου Ἑλληνικοῦ Πανεπιστημίου, κατόπιν κοσμήτωρ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς καὶ Ἀρχιμανδρίτης τῆς Ἰονίου Ἀκαδημίας. Ὁ Ἱδρωμένος θὰ καταστεῖ οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὸν Γκίλφορδ, ἐκτὸς ἀπὸ φιλόλογος, ὁ κατ’ ἐξοχὴν θεολόγος καὶ πνευματικὸς πατέρας τῆς Ἰονίου Ἀκαδημίας. Τὴ θέση του στὴ «Σχολὴ τῆς Τενέδου» θὰ καταλάβει ὁ μέχρι τότε βοηθός του Χριστόφορος Περραιβός.
  1. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀκαδημαϊκὴ δράση τοῦ Ἱδρωμένου πρέπει νὰ σημειωθεῖ ἰδιαίτερα ἡ πατριωτική του δράση ὄχι μόνο στὴν Πάργα, ἀλλὰ καὶ στὴν Κέρκυρα, μὲ τὴν καθοριστικὴ συμβολή του στὴν ἵδρυση καὶ λειτουργία τῆς «Ἰονίου Βιβλικῆς Ἑταιρείας». Ἡ ἐν λόγῳ Ἑταιρεία ἱδρύθηκε μὲ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια τὸ ἔτος 1819 στὴν Κέρκυρα, μὲ σκοπὸ τὴν ἔκδοση τῆς Ἁγίας Γραφῆς στὴν νεοελληνικὴ καὶ τὴ διάδοσή της στοὺς ὑπόδουλους Ἕλληνες τῆς «καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς καὶ Δύσης». Πρόεδρος τῆς ὀργάνωσης τοποθετήθηκε ὁ Πρόεδρος τῆς Ἰονίου Γερουσίας Ἐμμανουὴλ Θεοτόκης, ἐνῷ μέλος τῆς διοικητικῆς ἐπιτροπῆς ὁ Ἱδρωμένος, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν πρωτοβουλία του αὐτὴ ἤθελε νὰ ἀντιμετωπίσει ἀφ’ ἑνὸς τὴ μισσιοναριστικὴ προπαγάνδα τῶν ἀντίστοιχων βρετανικῶν καὶ ἀμερικανικῶν Βιβλικῶν Ἑταιρειῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ὑποστηρίξει τὸ ζήτημα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας στὸ Ἰόνιο Κράτος.9

Ἀνακεφαλαιώνοντας τὴν περιεκτικὴ προσέγγιση τῆς ἄρρηκτης σχέσης Καποδίστρια καὶ Ἱδρωμένου, μποροῦμε νὰ καταλήξουμε στὸ ἀσφαλὲς συμπέρασμα, ὅτι οἱ δύο αὐτὲς ἐμβληματικὲς προσωπικότητες σπούδασαν καὶ μελέτησαν σὲ βάθος τὸν δυτικοευρωπαϊκὸ πολιτισμὸ ζῶντας, ἰδιαίτερα ὁ Καποδίστριας, γιὰ μεγάλο διάστημα τῆς ζωῆς τους στὴν Εὐρώπη.

Τὰ σημεῖα, ὅμως, ποὺ ἕνωσαν ἰδεολογικὰ τὶς ἐν λόγῳ δύο προσωπικότητες ὑπῆρξαν ἀφ’ ἑνὸς ἡ κριτική τους στάση, ἀπέναντι στὸν ἀλλοτριωμένο μεταδιαφωτιστικὸ πολιτισμὸ τῆς Εὐρώπης καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἐκλεκτική τους διάθεση ἀπέναντι στὰ ξένα πολιτισμικὰ δάνεια. Καὶ οἱ δύο μαΐστορες λειτούργησαν σ’ ὁλόκληρο τὸν πολυκύμαντο βίο τους, ὡς φορεῖς τοῦ ἑνιαίου καὶ οἰκουμενικοῦ ἑλληνισμοῦ, ὁ ὁποῖος διαλέγεται ἰσότιμα μὲ τοὺς ἄλλους πολιτισμοὺς σ’ Ἀνατολὴ καὶ Δύση (ὅπως ἐκφράζει τὸ ἐθναρχικό μας σύμβολο τοῦ «Δικέφαλου Ἀετοῦ»). Ἂν καὶ γνῶστες τῶν ἀρχῶν τοῦ διαφωτισμοῦ, ἐπέτυχαν τὴν ὑπέρβασή του ὡς φορεῖς τοῦ ἑλληνορθόδοξου φωτισμοῦ. Μὲ τὴν ἰδεολογικὴ καὶ οὐσιαστικὰ πολιτική τους αὐτὴ στάση ὑποδεικνύουν στοὺς σημερινοὺς ἀπογόνους τους ἕναν ἀπλανῆ καὶ ἀσφαλῆ τρόπο ἐπιβίωσης σ’ ἕναν συνεχῶς μεταβαλλόμενο κόσμο.

1 Βλ. Ἰωάννου Ρωμανοῦ, Ἱστορικὰ Ἔργα, ἐπιμ. Κ. Δαφνή, Κέρκυρα 1959, σ. 354.

2 Τὸ προσωνύμιο ἀποδίδεται στοὺς Ἑνετοὺς μοναχοὺς ἀπὸ τὴν Τένεδο, οἱ ὁποῖοι τὸ 1657 διωγμένοι ἀπὸ τοὺς Τούρκους κατέφυγαν στὴν Κέρκυρα, φέροντες καὶ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς παλαιᾶς μονῆς τους.

3 Βλ. Ἑλένης Ε. Κούκου, Ὁ Καποδίστριας καὶ ἡ Παιδεία. 1803 – 1822, Α΄ Ἡ Φιλόμουσος Ἑταιρεία της Βιέννης, Ἀθήνα 1986, σ. 5.

4 Στὸ ἴδιο, σ. 6.

5 Α. Μ. Ἱδρωμένου, Περὶ τῆς ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις ἐκπαιδεύσεως, ἔ. α., σ. 205.

6 Βλ. Ἰωάννου Ρωμανοῦ, ὄπ.π., σ. 354.

7 Βλ. Δημητρίου Γ. Μεταλληνοῦ, Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ Βρετανικὴ Διπλωματία στὸ Ἰόνιο Κράτος. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ πολιτικὴ τοῦ βρετανοῦ Ἁρμοστῆ SirHowardDouglas (1835 – 1841), διδακτορικὴ διατριβή, Φοινίκη, Ἀθήνα 2012.

8 Βλ. π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, «Προβληματισμοὶ Θεολόγων τῆς Ἰόνιας Ἀκαδημίας», στὸ Δελτίον Ἀναγνωστικῆς Ἐταιρίας Κερκύρας, ἀριθμ. 17, ἔτος 17 (1980), σ.σ. 38.

9 Βλ. π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, Τὸ Ζήτημα τῆς Μεταφράσεως τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἰς τὴν Νεοελληνικὴν κατὰ τὸν ΙΘ΄ αἰῶνα (ἐπὶ τῇ βάσει ἰδία τῶν ἀρχείων τῆς B.F.B.S., C.M.C., L.M.S., τοῦ Κ. Τυπάλδου – Ἰακωβάτου καὶ τοῦ Θ. Φαρμακίδου), β΄ ἔκδοση, Ἁρμός, Ἀθῆναι 2004.

Ἀνδρέας Ἱδρωμένος (Πάργα 1764 – Κέρκυρα 1843). Λόγιος, ἱερέας καὶ δάσκαλος. Μετὰ τὴ μαθητεία του κοντὰ στὸν θεῖο τοῦ Ἀκάκιο Δέλτα καὶ στὸν λόγιο μοναχὸ Ἀγάπιο Λεονάρδο, ὁ Ι. ἐπιδόθηκε στὴ μελέτη τῶν Ἑλλήνων κλασικῶν. Κατόρθωσε ἔτσι νὰ ἀποκτήσει μεγάλη φιλολογικὴ μόρφωση. Διορίστηκε ἀρχικὰ ἀρχειοφύλακας τῆς Πάργας καὶ ἀργότερα διευθυντὴς τοῦ ἐκεῖ κοινοτικοῦ σχολείου. Εἶχε βοηθό τον Χριστόφορο Περραιβό, ὁ ὁποῖος τὸν μύησε στὰ ἐπαναστατικὰ σχέδια τοῦ Ρήγα. Ἔτσι, ὁ Ι. ἀναδείχθηκε ὡς ὁ κυριότερος πολιτικὸς σύμβουλος τῶν Παργινῶν καὶ τῶν Σουλιωτῶν στὸν κοινό τους ἀγῶνα ἐναντίον τοῦ Ἀλὴ πασᾶ. Ὅταν οἱ Γάλλοι κατέλαβαν τὴν Κέρκυρα (1797), ὁ Ι. προσπάθησε μὲ ἐκκλήσεις, ὑπομνήματα καὶ ὁμηρικὲς ὠδὲς νὰ πείσει τὸν Ναπολέοντα νὰ θέσει ὑπὸ τὴν προστασία του καὶ τὴν Πάργα. Ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὴν τροπὴ τῶν γεγονότων (ἅλωση τῆς Πρέβεζας ἀπὸ τὸν Ἀλὴ πασᾶ τὸ 1798 καὶ ὑποταγή του Σουλίου τὸ 1803), ἀποφάσισε τὸ 1804 νὰ ἐγκατασταθεῖ ὁριστικὰ στὴν Κέρκυρα ὡς διευθυντὴς τοῦ ἐκεῖ Ἑλληνικοῦ Φροντιστηρίου. Ἔγινε μέλος τῆς Ἰονίου Ἀκαδημίας (1808) καὶ τῆς Βιβλικῆς Ἑταιρείας, ἐνῷ τὸ 1824 ἐξελέγη ἐπίτιμος καθηγητὴς στὴν Ἰόνιο Ἀκαδημία. Ἔγραψε διάφορα ἠθικοδιδακτικὰ ἔργα γιὰ τοὺς μαθητές του, καθὼς ἐπίσης καὶ διάφορους λόγους, πολυάριθμες ἐπιστολές, θρησκευτικὲς ἀκολουθίες καὶ ὠδὲς σὲ ἀρχαϊκὰ μέτρα.

Leave a comment