Skip to content Skip to footer

Ἡ ἐθνική-ἀντιστασιακὴ στάση τῶν Ἀρχιεπισκόπων Ἀθηνῶν,

κατά την περίοδο της Κατοχής (1941-44).

Πολλὰ λέγονται, ἐνῷ ἐλάχιστα δημοσιεύονται γιὰ τὴ στάση τῆς Διοικούσας (Ὀρθόδοξης) Ἐκκλησίας στὰ μεγάλα γεγονότα τῆς νεώτερης καὶ σύγχρονης ἐθνικῆς μας ἱστορίας. Ὅπως σὲ τόσα ἄλλα ἐθνικὰ ζητήματα, ἔτσι καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ θυσιάζεται ἡ ἱστορικὴ (ἄρα τεκμηριωμένη) ἀλήθεια στὸν βωμό της (μικρο)πολιτικῆς σκοπιμότητας.

«Ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν βαλκανικῶν ἐθνῶν, τὸ θρήσκευμα, εἶχε ἰδιαίτερη βαρύτητα … (καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ) ἀναπτύχθηκαν στενοὶ δεσμοὶ μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Ἔθνους».1 Σ’ ὅλες τὶς κρίσιμες περιόδους τοῦ Ἔθνους, ἡ Ἐκκλησία ὡς Ἐθναρχία2 ὑπῆρξε τὸ ἀσφαλὲς σημεῖο ἀναφορᾶς γιὰ τὸν ἑλληνισμό. «Μὲ τὴν κήρυξη τοῦ πολέμου κατὰ τῆς Ἑλλάδας ἀπὸ τὴ φασιστικὴ Ἰταλία στὶς 28 Ὀκτωβρίου 1940, ἡ Ἐκκλησία ἐγκαταλείπει τὸ συνηθισμένο πνευματικό της ἔργο καὶ συστρατεύεται στὸν παλλαϊκὸ ἀγῶνα. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Χρύσανθος θυμᾶται ἡρωικὲς στιγμὲς τῆς ζωῆς του στὸν Πόντο καὶ μὲ ἐγκύκλιό του ἐμψυχώνει τοὺς στρατευμένους Ἕλληνες καὶ τοὺς καλεῖ νὰ ἀγωνιστοῦν καὶ νὰ θυσιαστοῦν γιὰ τὴν πατρίδα ποὺ κινδυνεύει».3

Τὴν κατάρρευση τοῦ Μετώπου (Ἀπρίλιος 1941) ἀκολούθησε ἕνα νέο βροντερὸ «ΟΧΙ» ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Χρύσανθο (Φιλιππίδη, 1938-1941), ὁ ὁποῖος ἀρνήθηκε νὰ συμμετάσχει στὴ συμβολικὴ παράδοση τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, δηλώνοντας ὅτι: «Ο ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας δὲν παραδίδει την πρωτεύουσα τῆς πατρίδας του εἰς οὐδένα ξένον. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας ἕνα καθῆκον ἔχει: νὰ φροντίσει διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν αὐτῆς».4 Ἀλλὰ καὶ στὸν Γερμανὸ στρατάρχη τῶν κατοχικῶν δυνάμεων στὴν Ἑλλάδα Georg Stumme, τὸν ὁποῖο ἐδέχθη ὡς ἐπισκέπτη στὴν Ἀρχιεπισκοπή, ἐπέδειξε τὴν ἔντονη δυσφορία του γιὰ τὴν ὑπὸ τῶν ναζιστικῶν στρατευμάτων κατάληψη τῆς Ἑλλάδος. Όταν, μάλιστα, ὁ Γερμανὸς ἀνώτατος ἀξιωματικός του εἶπε: «Ὁ γερμανικὸς στρατὸς δὲν ἔφθασε μὲ ἐχθρικὲς διαθέσεις», ὁ ἀρχιεπίσκοπος Χρύσανθος τοῦ ἀπήντησε ἄφοβα καὶ αὐστηρά:«Κύριε στρατάρχα, πρωτίστως ὁ στρατός σας εἰσέβαλε σὲ ἕναν τόπον τοῦ ὁποίου ὁ λαὸς ἀγωνίσθηκε μὲ πραγματικὴ πίστη γιὰ τὴν ἐλευθερία του… καὶ ἐξακολουθεῖ πάντοτε νὰ πιστεύει στὰ ἰδανικά του. Ἡ Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία εὑρέθη πάντοτε στὸ πλευρὸ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ στοὺς ἀγῶνες του… καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι δὲν θὰ λείψει νὰ πράξει τὸ καθῆκον της καὶ κατὰ τὴν κρίσιμη αὐτὴ περίσταση».5

Ἡ ἐθνικὴ αὐτὴ (ἀντι)στάση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσάνθου ἦταν ἀρκετὴ γιὰ νὰ παυθεῖ ἀπὸ τὰ διοικητικά του καθήκοντα καὶ νὰ ἀντικατασταθεῖ, μόλις λίγες ἑβδομάδες μετὰ τὴν ἔναρξη τῆς Γερμανο-ἰταλικῆς Κατοχῆς, ἀπὸ τὸν ἀπὸ Κορίνθου νεοεκλεγέντα ἀρχιεπίσκοπο Δαμασκηνὸ (Παπανδρέου, Ἰούλιος 1941-1949). Ὁ σχολάζων ἀρχιεπίσκοπος Χρύσανθος ἔκτοτε καὶ καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς κατοχῆς (μέχρι τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1944) ἰδιώτευε, χωρὶς νὰ σταματήσει νὰ ἐνισχύει κάθε πατριωτικὴ δράση.

Παρ’ ὅλη τὴν τραγικὴ πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ κατάσταση στὴν Ἑλλάδα (Κατοχή), διαμορφώθηκε ἕνας ἐσωτερικὸς διχασμός («Ἀρχιεπισκοπικὸ ζήτημα») στοὺς κόλπους τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μὲ τοὺς δύο ἀρχιεπισκόπους τῆς περιόδου, ὡς κυρίους ἐκπροσώπους δύο θεωρήσεων. Ἡ πολιτικὴ πλευρὰ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ «ἐξέφρασε τὴ σύγκρουση ἀνάμεσα σὲ δύο τάσεις γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία τῆς νέας πολιτικῆς κατάστασης στὴν κατεχόμενη Ἑλλάδα».6 Οἱ δύο ἀρχιεπίσκοποι ἐκπροσωποῦσαν «δύο ἀντιλήψεις γιὰ τὶς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Κράτους».7 Ὁ Χρύσανθος πιὸ συντηρητικός, ἐνῷ ὁ Δαμασκηνὸς πιὸ φιλελεύθερος. Ὁ πρῶτος (φιλο)βασιλικός, ὁ δεύτερος (φιλο)βενιζελικός. «Ἡ γραμμὴ τοῦ Χρυσάνθου ὡς ἀρχιεπισκόπου … ἦταν ἡ πολιτικὴ τῆς ἀνυπακοῆς καὶ τῆς ἄρνησης τῆς συνεργασίας… Ἡ γραμμὴ τοῦ Δαμασκηνοῦ … ἦταν ἡ πολιτικὴ τῆς παθητικῆς συνεργασίας στὸ πλαίσιο τῆς ἀναγκαστικὰ ρεαλιστικῆς προσαρμογῆς».8

Σχεδὸν ὁλόκληρη τὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς (1941-44) Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος διετέλεσε ὁ Δαμασκηνός, ὁ ὁποῖος ἐπανειλημμένα ἀνέδειξε τὸ μέγεθος τῆς ψυχικῆς του δύναμης. Ἔτσι, ὅταν οἱ Γερμανοὶ ζήτησαν νὰ ἐπιστρατευτοῦν Ἕλληνες πολῖτες γιὰ νὰ σταλοῦν στὸ ρωσικὸ μέτωπο, ὁ Δαμασκηνὸς ἀντέδρασε σθεναρά, προκειμένου νὰ ἀποφύγει ἡ χώρα τὴν ἐθνικὴ συμφορά. Εἶχε κατηγορήσει πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὸν ἄμβωνα τοὺς Γερμανοὺς κατακτητές. Ὅσες φορὲς πάλι ἡ γερμανικὴ διοίκηση ζητοῦσε κατάσταση μὲ ὀνόματα ὁμήρων, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος σημείωνε πρῶτο τὸ δικό του στὴ σχετικὴ κατάσταση, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ Γερμανοὶ νὰ ματαιώνουν τὴν ἐκτέλεση Ἑλλήνων ἀγωνιστών.9 Ὁ Καθηγητὴς Π. Ἐνεπεκίδης10 ἔχει δημοσιεύσει ἐπίσημα ἀρχειακὰ τεκμήρια τῶν Γερμανικῶν Ἀρχῶν, μέσα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀναδεικνύεται, μεταξὺ ἄλλων, ἡ καθοριστικὴ συμβολὴ τοῦ Δαμασκηνοῦ στὴ σωτηρία ἑκατοντάδων καταδιωκόμενων Ἑβραίων. Ἡ ἀντιστασιακή του στάση δὲν ἦταν μόνο μυστική, ἀλλὰ ἐκδηλωνόταν σὲ κάθε περίπτωση. Ἀξίζει νὰ σταθοῦμε σ’ ἕνα χαρακτηριστικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κήρυγμά του κατὰ τὴν ἀκολουθία τῆς Ἀποκαθηλώσεως (Μ. Παρασκευὴ) τοῦ 1943:

«Σήμερον… ὁ καθένας μας φέρει τὸν σταυρὸ τῆς δοκιμασίας του. Ὁ καθένας μας προχωρεῖ μὲ βῆμα βραδὺ πρὸς τὸ δικό του Γολγοθᾶ μέσα ἀπὸ πίκρες καὶ θλίψεις. Οἱ πάντες ὑφιστάμεθα δεινὰ καὶ στερήσεις καὶ λῦπες πολλές. Καθημερινῶς πίνουμε τὸ ποτήριο τῆς ὀδύνης. Στὸ μέσον ὅμως τῆς μεγάλης δοκιμασίας ἀντλοῦμε παρηγορία καὶ ἀνακούφιση, ἐνθυμούμενοι καὶ παρακολουθοῦντες τὴν ἀγωνία τοῦ Λυτρωτοῦ μέχρι τῆς Ἀναστάσεώς του, ἡ ὁποία ἐπισφραγίζει τὴν νίκην του ἐπὶ τῶν δυνάμεων τοῦ κακοῦ καὶ τοῦ σκότους. Παρηγορούμεθα καὶ ἐγκαρτεροῦμε. Ἐγκαρτεροῦμε καὶ ἐλπίζουμε. Ἐλπίζουμε καὶ πιστεύουμε. Πιστεύουμε στὴν ἡμέρα τῆς δικαιώσεως, στὴν λαμπροφόρο ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, στὴν ἀπαλλαγὴ τῆς πατρίδος μας ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς δουλείας τοῦ ἀλλοτρίου. Πιστεύουμε στὴν μεγάλη πανήγυρι τῆς σωτηρίας. Διερχόμεθα σήμερα καὶ ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ τὴν τραγωδία τοῦ πάθους, μὲ μόνη τὴν προστασία τοῦ Παναγάθου Θεοῦ. Στερούμεθα καὶ σιωποῦμε. Ἀδικούμεθα καὶ ἐγκαρτεροῦμε. Δὲν εἴμεθα κύριοι στὸν οἶκο μας καὶ ὑπομένουμε, εὑρισκόμενοι ὑπὸ τὸ πέλμα κατακτητῶν. Εὐτυχῶς, οὔτε ὁ πόνος, οὔτε οἱ στερήσεις κάμπτουν τὸ θάρρος μας, οὔτε καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν γραμμὴ τοῦ καθήκοντός μας… Διότι δὲν εἶναι δυνατόν, δὲν ἔχουμε τὸ δικαίωμα νὰ διαψεύσουμε τὴν παράδοση τόσων αἰώνων, παράδοση ἐθνικὴ καὶ χριστιανική, καὶ νὰ λιποψυχήσουμε στὸ μέσον τοῦ δρόμου. Ἀδελφοὶ Ἕλληνες, τέκνα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἑλλάδος… τὰ βαρειὰ καὶ σκοτεινὰ νέφη, ποὺ καλύπτουν τὸν οὐρανὸ τῆς πατρίδος, συντόμως θὰ διαλυθοῦν καὶ θὰ διασκορπιστοῦν καὶ θὰ λάμψει πάλι ὁ ζωογόνος ἥλιος τῆς ἐλευθερίας».11

Ὁ ἀπολογισμὸς τῆς ἐθνικῆς – ἀντιστασιακῆς παρουσίας τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Δαμασκηνοῦ θὰ μποροῦσε νὰ συνοψισθεῖ στὴν ἀκόλουθη φράση: ἀμέριστη μέριμνα γιὰ τὴ μαθητιῶσα νεολαία, τὰ ὀρφανά, τοὺς φυλακισμένους, τοὺς ἀσθενεῖς, τοὺς πεινασμένους, τοὺς ἐμπερίστατους, τοὺς ἄστεγους, τοὺς ἀνέργους, τοὺς αἰχμαλώτους … ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς μὴ ὀρθόδοξους, ὅπως οἱ ἑβραῖοι. Οὐδεὶς ἀντικειμενικὸς ἱστορικὸς ἐρευνητὴς ἀμφισβητεῖ τὴν ἐθναρχικὴ στάση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Δαμασκηνοῦ, ἡ ὁποία τεκμηριώνεται ἀπὸ τὰ ἑλληνικά, γερμανικὰ καὶ βρετανικὰ σχετικὰ ἀρχεία.12

Τὸν Μάϊο τοῦ 1944, ὅταν εἶχε ἀρχίσει ἡ κάμψη τῆς Γερμανίας, ἕνας ἀνώτερος Γερμανὸς ἀξιωματικὸς ἐπεσκέφθη στὴν οἰκία του τὸν ἀρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, ὁ ὁποῖος τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες ἦταν ἀσθενὴς καὶ κλινήρης. Ὁ ἀξιωματικὸς μετέφερε στὸν ἀρχιεπίσκοπο τὴν ἐντολὴ τοῦ ἰδίου τοῦ Χίτλερ, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὄφειλαν νὰ τὸν «προστατεύσουν» μεταφέροντάς τον στὴ Γερμανία γιὰ ἀσφάλεια. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ἂν καὶ ἀσθενῆς, ἀπάντησε ἀτάραχος καὶ μὲ αὐστηρὸ ὕφος: «Εὐχαριστῶ γιὰ τὸ ἐνδιαφέρον σας, ἀλλὰ δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ ἐγκαταλείψω τὴν πατρίδα μοῦ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ. Ἐὰν ἐπιμένετε, μπορεῖτε νὰ μὲ μετακινήσετε, ἀλλὰ μόνον νεκρόν».13

Ὡς πρώτη μορφὴ ἀντίστασης κατὰ τοῦ κατακτητῆ (ἐν προκειμένῳ τῶν Γερμανῶν καὶ τῶν Ἰταλῶν) ἐκλαμβάνεται ἡ μὴ ταύτιση μαζί του. Παρ’ ὅλα αὐτὰ οἱ δύο ἀρχιεπίσκοποι ὑπῆρξαν πρωτίστως καὶ κυρίως Ὀρθόδοξοι Ἱεράρχες, οἱ ὁποῖοι πέρα ἀπὸ τὶς ὅποιες προσωπικές τους ἀδυναμίες συνέχιζαν τὴν ἱστορικὴ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση τῆς Ἐθναρχίας,14 σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Ἱεράρχης ὡς Ποιμένας δὲν ἐγκαταλείπει τὸ ποίμνιό του. Ἡ πρώτη καὶ οὐσιαστικὴ ἀντίσταση, ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι παρέμειναν πιστοὶ στὸ ὑψηλὸ καθῆκον τους, δίπλα στὸν λαό τους. Τελικὰ στὴν Ἱστορία, πρωτίστως οἱ παρόντες, ὡς διαμορφωτές της, ἔχουν δικαίωμα λόγου! Ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Δαμασκηνοῦ ὡς ἀγγλόφιλου, προκειμένου νὰ δικαιολογηθεῖ ἡ ἀρνητικὴ στάση του ἔναντι τῶν Γερμανῶν, ἐπέχει δευτερεύουσα σημασία, ὅταν οἱ κατ’ ἐξοχὴν ἀγγλόφιλοι πολιτικοὶ ἡγέτες τοῦ τόπου ἐγκατέλειψαν τὸν ἑλληνικὸ λαό, ἀντίθετα ἀπὸ τὸν παραμένοντα μέχρι τέλους Ἀρχιεπίσκοπο. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἡ ἐκκλησιαστικὴ πολιτικὴ τῶν δύο ἡγετῶν μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθεῖ ὀρθὰ μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τῆς παραδοσιακῆς Ἐθναρχικὴς στάσης τῶν Ὀρθοδόξων Ἱεραρχῶν. Οἱ δύο Ἀρχιεπίσκοποι σήκωσαν στοὺς ὤμους τους τὸ μαρτύριο τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καταθέτοντας μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀδιάψευστη μαρτυρία ἀντίστασης.

Πέρα ἀπὸ τὶς προσωπικὲς ἀδυναμίες τῶν δύο ἐκκλησιαστικῶν ἡγετῶν (Χρυσάνθου καὶ Δαμασκηνοῦ), οἱ ἐμβληματικὲς αὐτὲς μορφὲς ὑπῆρξαν τὰ πρόσωπα ποὺ σὲ ἀγαστὴ συνεργασία μὲ τὴν συντριπτικὴ πλειονοψηφία τῶν Ὀρθοδόξων Ἱεραρχῶν τῆς Ἑλλάδος, διέσωσαν τοὺς τραγικοὺς πολῖτες τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικράτειας. Διέσωσαν οὐσιαστικὰ τὶς ἔννοιες «Ἔθνος καὶ Κράτος», ἀφοῦ ἡ πολιτικὴ ἡγεσία καὶ κατ’ ἐπέκταση ὅλες οἱ ἀπορρέουσες ἀπ’ αὐτὴν ἡγεσίες (στρατιωτική, οἰκονομική, κ.ά.) εἶχαν (αὐτο)εξοριστεῖ. Τὸ σύγχρονο ἑλληνικὸ «Ἔθνος Κράτος», ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ὁ Οἰκουμενικὸς Ἑλληνισμός, ὀφείλουν πρωτίστως στὰ πανάξια πρόσωπα τῶν δύο Ἀρχιεπισκόπων τὴ σημερινή τους ὕπαρξη.

1 David Close, Ἑλλάδα. Ἐπίτομη Ἱστορία 1945 – 2004, ἐπιμ.: Σπύρος Μαρκέτος, ἐκδ. Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 24.

2 Βλ. π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ – Δημητρίου Μεταλληνοῦ, Ἐθναρχία, Ὁ Ἑλληνισμὸς στὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία, Πᾶν/κὲς Ἐκδόσεις Ἀράκυνθος, Ἀθήνα 2015.

3 Βλ. Γεωργίου Θ. Πρίντζιπα, Ἐκκλησία καὶ Ἑλληνισμὸς ἀπὸ τὸ 1821 ἕως σήμερα,Αθήνα 2005, ἐκδ. Προσκήνιο, σ. 105.

4 Ἄρχιμ. Γερβασίου Παρασκευοπούλου, «Ὁ Χρύσανθος καὶ ἡ «ὑποδοχὴ» τῶν Γερμανῶν», Ἀνάπλασις (1954), φ. 23, σ. 328επ. Πρβλ. e-istoria…..

5 Στὸ ἴδιο.

6 Γρηγόριος Ψαλλίδας, Συνεργασία καὶ Ἀνυπακοή. Ἡ πολιτικὴ τῆς ἡγεσίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὴν Κατοχὴ (1941-1944), Βιβλιοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας», Ἀθήνα 2016, σ. 64.

7 Στὸ ἴδιο, σ. 63.

8 Στὸ ἴδιο, σ. 64επ.

9 Βλ. Σήφη Γ. Κόλλια, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀντιβασιλεὺς Δαμασκηνός, ὁ ἀπὸ Κορινθίας. Μία ἀνεπανάληπτη ἐκκλησιαστικὴ Μορφή., Ἔκδ. Ἱερὰς Μονῆς Πετράκη, Ἀθῆναι 1975, σ. 142επ.

10 Π. Ἐνεπεκίδης, «Οἱ διωγμοὶ τῶν Ἑβραίων ἐν Ἑλλάδι (1941-1944)», ἔκδ. Β. Παπαζήση, Ἀθήνα 1969.

11 Χαράλαμπου Δ. Χαραλαμπόπουλου, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ Πάσης Ἑλλάδος Δαμασκηνὸς Παπανδρέου (Ἀντιβασιελύς – Πρωθυπουργὸς (1891 – 1949), ἐκδ. Συλλόγου Δορβιτσωτῶν Ναυπακτίας, ἀρ. 4, Ἀθήνα 1990, σ. 71επ.

12 Ἱστορικὸ Ἀρχεῖο Ἱερὰς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Διπλωματικὸ καὶ Ἱστορικὸ Ἀρχεῖο Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν (Ἑλλάδος), Bundesarchiv (Κρατικὸ Ἀρχεῖο τῆς Ὄμοσπ. Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας), Politisches Archiv des Auswärtigen Amts (Πολιτικὸ Ἀρχεῖο Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν τῆς Ὄμοσπ. Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας) καὶ τὰ Ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν τῆς Μ. Βρετανίας (National Archives – Foreign Office) ἀντίστοιχα.

13 Σήφη Γ. Κόλλια, ὄπ.π., σ. 125ε.ε.

14 Π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ – Δημητρίου Μεταλληνοῦ, ὄπ.π.